Ανακοινωση

Στην Ήπειρο «την καταντικρύ, την κατά Κέρκυρα ήπειρο» κατά τον Θουκυδίδη ή «την Αρχαία Ελλάδα» κατά τον Αριστοτέλη.
Στην Ήπειρο, την «Αρχέγονη Ελλάδα» την πατρίδα της Ευρώπης – συζύγου του Δωδωναίου Δία αλλά και του Αχιλλέα.
Στην Ήπειρο, στις λαμπρές εκκλησίες της οποίας εικονίζονται μαζί με τους αγίους, ο Πλούταρχος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης.
Στην Ήπειρο, στα βουνά της οποίας πολέμησαν οι γόνοι των Ηρακλειδών αλλά και οι Σουλιώτες.
Στον τόπο, όπου ο βράχος δένεται με το ελάχιστο χώμα και τις ρίζες του πουρναριού και της κουμαριάς.
Στον άγονο τόπο, τον τόσο γόνιμο.
Με τις αρχαιότητες και τα μνημεία του, με τους μύθους να μπλέκονται με την πλούσια ιστορία του.
Στον τόπο αυτό ανήκουμε και εμείς.
Έχουμε το προνόμιο να βιώνουμε την ιερότητα αυτού του χώρου, να βαδίζουμε στ’ αχνάρια «των ανυπτόποδων Σελλών»

και να ακούμε το θρόισμα της ιερής βελανιδιάς.
Εδώ αναπνέουμε…

ΟΔΗΓΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ Τηλ. 210 - 5202977 (www.mourgana.gr)

ΔΗΜΟΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.29091 & 029037
ΚΕΠ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.29002 & 029001
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.22203
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.22393
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.23199
ΤΑΞΙ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Τηλ. 26640.22026
ΤΑΞΙ ΛΕΠΤΟΚΑΡΥΑΣ Τηλ. 26640.41366
ΚΤΕΛ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ (ΦΙΛΙΑΤΕΣ) Τηλ. 26640.22209
ΚΤΕΛ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ (ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ) Τηλ. 26650.22309
ΣΤΑΘΜΟΣ ΣΥΝΟΡΙΟΦΥΛΑΚΩΝ ΛΙΑ Τηλ. 26640.41790


Επισκεφθείτε το ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ στο χωριό Τσαμαντά
Μετεωρολογικός σταθμός Τσαμαντά (Live cam)

Μπορείτε να μείνετε στους Ξενώνες που λειτουργούν στα χωριά:
Καλλιθέα Τηλ. 26640.41330
Κεραμίτσα (εκκλησία) Τηλ. 26640.41226
Κεραμίτσα (ιδιωτικός) Τηλ. 26640.41021
Κρυονέρι (Αδελφότητα Κρυονερίου) Τηλ. 26640.41651
Λια Τηλ. 26640.41602
Μηλέα (Δημοτική επιχείρηση) Τηλ. 26640.42052

Hotel «Arktouros» - Monodendri / Zagorohoria

Hotel «Arktouros» - Monodendri / Zagorohoria
Hotel «Arktouros» - Monodendri / Zagorohoria - Ioannina

Παιχνιδάκια... (μια ιδέα της Ελένης!)

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Τασία Βενέτη: «Του χιονιού»

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα...
Ένα διήγημα της δικιάς μας Τασίας Βενέτη από το βιβλίο "Του χιονιού" που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2013 από τις εκδόσεις Ροδακιό.
[Από την Anna Bouka]
______________________________

Σαν παραμύθια άρχιζαν οι ιστορίες της, απόταν περίσσεψε στην αγκαλιά της μάνας της.
" Ου, κοπέλα...Και τούτη κοπέλα!...Ου ου!" Ούτε τη μάλαξαν με τα χέρια! 
Και πώς τσιώθηκε και κρατήθηκε στη ζωή αυτό το πλάσμα το περισσευούμενο με το ου και με το ούι!
Μη δεν ήταν ούτε έξι καλά - καλά όταν την αφήσαν στο βουνό με τα ζα, μ' ένα ξερό κομμάτι στο σακούλι - και λόγος καλός ούτε τρίμμα.
Σα στο παραμύθι, που δεν την πείραξαν ούτε ζουλάπια ούτε όρνια ούτε φίδια ούτε αστροπελέκια ούτε αντάρτικα και ξαντάρτικα` πώς δεν πέθανε με τόσα...πώς δεν πέθανε χωρίς τόσα! Αγρίμιασε μοναχή της κάτω απ' το λιοπύρι, κάτω απ' τ' αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα, κι η ψείρα βρικόλακας που της έπινε το αίμα και δε σκιάζονταν τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν για αυτήν, και δε σκιάζονταν.
Χορτασμένη χούγιασμα και κατάρες ανεβοκατέβαινε στα δέντρα σαν τη μαϊμού να κορέσει εκείνη την πείνα όλη που της σούβλιζε την ύπαρξη. Και σάμα δεν ήταν έξυπνη, φωτιά! Δούλευε και στα χωράφια και στην αράδα και στο μύλο και ό,τι μπόρεσε. Νύχτα μέρα με τα κουμάντα της, μέχρι και την αγωγιάτισσα έκανε και όσο της έλειψε απ' τα γονικά της το' κανε λίρες. Με είκοσι έξι χρυσές έγινε της παντρειάς!
Και χωρίς λίρες το ίδιο θα την αγάπαγε. Κι αυτή, ας μην ήξερε από πρόσφορη αγκαλιά, σαν από ένστικτο ήρθε και κόλλησε στα χέρια του σα λουκουμάκι. Έβαλαν και στέφανα κι ας μην ήρθαν στην εκκλησία οι δικοί του....Γιατί δηλαδή, επειδή δεν είχαν το ίδιο μπόι; Ωχ, τι να πεις...Θα τους περάσει, τι θα κάνουν;
Μάρτης γδάρτης. Το βουνό κατσιουλωμένο με το χιόνι το παχύ, σε γκρέμιζε το κρύο. Έμασαν τα ρούχα τα χοντρά και τα λιανά και τα ζαλώθηκε η νύφη μόλις φάνηκε η μέρα. Βάστηξε κι η πεθερά κανα δυο κομμάτια ίσα για τα μάτια και την άφησε να ξεκινήσει μόνο και μόνο για να της φωνάξει:
" Ω χαντακωμένη, πού πας χωρίς καζάνι!"
Ξαναγύρισε, της το' ριξε κι αυτό ψηλά στο μπούγιο και το θηλύκωσε με την τριχιά και κίνησαν για το ποτάμι. Μπροστά η νύφη, πίσω η πεθερά ψέλνοντας: " Πώς είσ' έτσι, μωρ' καημένη; Τι σου ζήλεψε ο Κίτσιος μου που' χεις τα ποδάρια σαν τα καλάμια, μωρήηη...το καζάνι! Τήρα μη σου φύγει το καζάνι, μωρήηη." Η νύφη, με το χέρι πιασμένο με τον κόπανο, κρατιόταν με τ' άλλο από κανα κλαρί και κανα ριζάρι όπως πέρναγε λοξά στο μονοπάτι μη σκαλώσει πουθενά κι η άλλη από πίσω μπαρμπάλιζε. Χολή ατελείωτη! Γιατί, άμα
ήταν ο Κίτσιος της μπροστά, Παναγία! Τώρα που ο Κίτσιος έλειπε κι απ' το χωριό...
Πες, πες, πες, της έριξε τα σκουλήκια. Αμ πως! " Τσώπα!" είπε μια φορά η νύφη. Ποιος να τσώπαινε! Είπε, είπε, είπε, τα χίλια μύρια, και τούτη, που δεν είχε φοβηθεί ζωντανόν και πεθαμένο, κάπως της ήρθε. Ε, ορέ! " Μάνα", είπε, " Θα κόψω από δώγια να βγω σιακάτω". " Να κόψεις λαιμό και σβέρκο και να πας στα σκατά!" Δεν πρόλαβε να αποπεί την καλοκουβέντα η πεθερά και παίρνει μια γλίστρα η νύφη κάτω στη γκρεμίνα, εδώ να σταματήσει, εκεί να σταματήσει, το καζάνι έφτακε πρώτο στο ποτάμι! Σταμάτησε κι αυτή καμιά φορά απ' τα ρουγκουλήματα και σηκώθηκε πελεκημένη απ' τις πέτρες με το ζάλωμα στραβά και το ένα παπούτσι παρακάτω. Το βρήκε, το πήρε στο χέρι , κι η πεθερά χόλιαζε για το καζάνι. " Τίποτα δεν έπαθε, μη σκιάζεσαι."
Μέχρι να ανάψουν φωτιά να ζεστάνει το νερό, πήραν να ξεχωρίσουν τα ρούχα. " Του κουνιάδου σου πρώτα κι ύστερα τ' αντρός σου, κούτσουρο!" της πέταξε πέρα το ρούχο απ' τα χέρια. " Με τη σειρά! Πρώτα τα δικά μου, κατόπι του κουνιάδου σου, κατόπι του πεθερού σου, τ' αντρός σου, και κατόπι τα δικά σου τα τσόλια! Πού σ' είχαμαν μοίρα, λέω, να μας έρθεις στη γωνιά! Κι ο πλανταμένος δεν ήβρισκε άλλη. Μάγια του' καμεεες;"
Πήρε να τρίψει και τη φανέλα του πεθερού. " Στο βαθύ, νύφη, στο βαθύ!" Όλο την έστελνε παρακάτω στο πιο πολύ νερό, και πέρναγε το ποτάμι μέσα απ' τα χέρια της παγωμένο σαν το θάνατο. Φυλάγονταν μη βρέξει και το δολιοφούστανο που το' χε μάσει πάνω απ' τα γόνατα κι ένιωθε τα μηνιάτικά της να κατεβαίνουν - σπλήνες ζεστές. Σκυμμένο το φτενό της κορμάκι πάνω στην πέτρα, έτριβε με την πλάκα το σαπούνι τη φανέλα κι άλλη θερμαίνονταν γύρα γύρα το καζάνι κι ακόμα αλύχταγε με τα χέρια στη μέση. " Πού να βρει ο Κίτσιος μου να πιαστεί ψηλά σου, μωρή, να κάμει παιδιάααα...αχ, έρμες τύχες!" Τεντώθηκε η νύφη στο νερό να ξεβγάλει το ρούχο. " Στο βαθύ, μωρ' στο βαθύ σου λέω!" της φώναξε με γινάτια κι η νύφη τεντώθηκε περισσότερο. " Αμ δεν είχα ιδεί διάολο να πλένει με τα παπούτσια φορεμένα!" είπε στον πάτο η πεθερά και δεν κρατιόταν άλλο.
" Α μω!"
"...Και μου δίνει μια μπωχτή, που λες, και με ρίχνει μες στη βίρα του ποταμιού, μπλατς! Μο' πεσαν τα δόντια απ' το κρύγιο...Εδώ εκεί μες στο νερό, μο' φυγε η φανέλα απ' τα χέρια και μο' ρχουνταν στο κεφάλι` κι όπως ήταν μάλλινη, με τα μανίκια τόσα, όλο με τράβαε κάτω και α και α έμασα ψόφο...Ρούφησα νερό...Κόντεψα να πνιγώ εκατό βολές μέχρι να την πιάκω! Κι όντα βγήκα - μη χειρότερα, Θε μου! - τι μου είπε λες εσύ ..." Δεν μπόρεγε να σε πάρει το ποτάμι;" Που να μ' είχε πάρει εκατό φορές, όχι μία...Ωχ μάνα μου..." αναστέναξε. " Αυτά που λες με τη σσσκατόλακκη!" σύριξε στο τέλος.




___________________________


Η ιστορία αυτή είναι μια από τις 28 που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη " Του χιονιού" που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2013 από τις εκδόσεις Ροδακιό.

Αφηγημένες σαν παραμύθια αλλά στηριγμένες σε καθημερινές ιστορίες από τη δύσκολη ζωή γυναικών διαφορετικών ηλικιών σε χρόνια όχι και πολύ μακρινά. Οι φωνές αυτών των γυναικών μπλέκονται με τη φωνή της αφηγήτριας μέσα από ένα εξαιρετικό συνδυασμό ευθέος και πλαγίου λόγου Διαβάζοντας τα διηγήματα είχα την αίσθηση ότι η συγγραφέας - αφηγήτρια κάθεται κάπου αθέατη, έχει απέναντι της μια γυναίκα και ακούει την ιστορία της, την οποία και μας μεταφέρει με ένα λογοτεχνικό τρόπο που δεν αλλοιώνει όμως την αυθεντικότητα του προφορικού λόγου. Ακούγονται οι φωνές των γυναικών να διηγούνται στιγμές - σκηνές της καθημερινότητάς τους που ταυτίστηκε με τη φτώχεια, την ξενιτιά, τον πόλεμο, τον εμφύλιο, τον πόνο. Ο πόνος είναι διάχυτος σε όλα τα διηγήματα. Τις διαμορφώνει. Άλλες τον έκαναν αγάπη, άλλες καρτερικότητα, και άλλες σκληράδα και βαναυσότητα.
Οι κλειστές κοινωνίες, τα αυστηρά ήθη, οι προκαταλήψεις, οι στερήσεις βάρυναν περισσότερο τις ζωές των γυναικών και αυτές, θύματα και ίδιες, έβλεπαν απέναντί τους τις άλλες γυναίκες του χωριού, της οικογένειας. Τραγικές φιγούρες, τις οποίες η συγγραφέας παρουσιάζει σαν μικρές προσωπογραφίες σ' ένα πίνακα που δεν ξεχωρίζει το φόντο, κυριαρχεί όμως το μαύρο και το γκρι. Ο χρόνος και ο χώρος δεν αναφέρονται συγκεκριμένα. Καταλαβαίνουμε όμως ότι τα περιστατικά διαδραματίζονται σε μια περίοδο από τον πόλεμο του 1940, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τα μετέπειτα χρόνια .Οι ασχολίες των γυναικών, οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, η ντοπιολαλιά που χρησιμοποιείται στους διαλόγους, οι γλωσσικοί ιδιωματισμοί στην αφήγηση και η καταγωγή της συγγραφέως οδηγεί τη φαντασία στα χωριά της Ηπείρου και κυρίως της Μουργκάνας.
Μια συλλογή διηγημάτων, μικρών σε έκταση(ορισμένα δεν είναι ούτε μια σελίδα) γραμμένα σε γλώσσα ζωντανή, ορισμένες φορές και ποιητική που κατορθώνουν να μεταδώσουν την οδύνη, το σπαραγμό και το λυγμό αυτών των γυναικών. [
Anna Bouka]

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Χριστός Ανέστη!





ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  

Πάσχα τ' Απρίλη 

         Το διήγημα που ακολουθεί προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Η φλέβα του λαιμού (1998) του Θεσπρωτού συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου. O ενήλικος αφηγητής-συγγραφέας περιγράφει με νοσταλγία τις παιδικές και εφηβικές μνήμες του από τις διακοπές του Πάσχα στο χωριό του, που συνορεύει με την αλβανική μεθόριο.
O Απρίλης ήταν κάποτε για μένα -τώρα πια έχει μπει κι αυτός στο χωνευτήρι των πολλών και επαναλαμβανόμενων εικόνων και εμπειριών- το Πάσχα στο χωριό μου. Όχι όμως με το θρησκευτικό του μέρος, παρά μόνον αμυδρά.
         Μεγάλη Πέμπτη, εγώ και τ' αδέρφια μου ξεκινούσαμε το πρωί με το λεωφορείο. Ολόκληρο ταξίδι. Φτάναμε στη γέφυρα του Καλαμά. Μια γέφυρα σιδερένια, βαθυπράσινη, απ' τον καιρό του Εμφυλίου.
         Αφού γινόταν ο έλεγχος των ταυτοτήτων απ' τους φαντάρους του φυλακίου -στιγμές έντονες για τις παιδικές καρδιές μας-, το λεωφορείο, αργά αργά, έμπαινε στη γέφυρα. Κραπ, κραπ, χτύπαγαν κι έτριζαν οι σιδεριές. Το νερό από κάτω ορμητικό, θολοπράσινο απ' τις πυκνοφυτεμένες όχθες. Έλιωναν τα χιόνια.
         Από εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος.
         Στο Φιλιάτι κάναμε υποχρεωτική στάση τρεις με τέσσερις ώρες. Γι' αυτές τις ώρες -που τις περνούσαμε στο καφενεδάκι του σταθμού- δεν αγαπούσα και πολύ αυτή την κωμόπολη, τόσο λαχταρούσα το χωριό μου.
         Το καφενεδάκι ήταν γεμάτο ταξιδιώτες για τα πανωχώρια των Φιλιατών. Εκεί άρχιζαν τα πρώτα «ποιανού είσαι εσύ, μωρέ παιδάκι μου;», «ετούτη μοιάζει της μάνας της» απ' τους χωριανούς μας και τα πρώτα φιλιά. Πρόγευση απ' το χωριό μου παρηγορητική.
         Επιτέλους, το απομεσήμερο το λεωφορείο αγκομαχώντας, γιατί ήταν ασφυκτικά γεμάτο και ο δρόμος χωμάτινος, ανηφορικός, όλο κογκέλες,
* ξεκίναγε για τα χωριά της Μουργκάνας.
         Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές,
* δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.
         Ακόμα και σήμερα αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.
         Στο χωριό μου φτάναμε το μούσγκωμα.
* Μας άφηνε το λεωφορείο στη Θελεσουριά, όπου ήταν ένα μικρό εικόνισμα, ο Αϊ-Θανάσης.
         Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.
         Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ' το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που -Κύριος οίδε πώς- το 'χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματική. Περιττό να πω ότι δεν ήξερα τίποτα για ιδεολογίες, πολέμους και άλλα, και οι δικοί μου, συγγενείς και χωριανοί, μιλούσαν λίγο και ασαφώς, κάτι που μεγάλωνε το μυστήριο.
         Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπαρμπα-Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά. Κατόπι σταματούσαμε στο πατρικό της μάνας μου για λίγο, να δώσουμε τσιγάρα στον παππού, και κατόπι σφεντόνα για το πατρικό μας, για τη γιαγιά μας.
         Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ' αγριολούλουδα του Απριλιού -φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες,
* η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.
         Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες,
*μπλατσαριό,* ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου. Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος. Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.
         Το πρωί μάς ξυπνούσαν πετεινοί, γομάρια,
* αίγες, βετούλια·* φωνούλες απ' τις γυναίκες που φούρνιζαν, σκούπιζαν, έκοβαν κλαρί. Μαζεμένο το χωριό, αμφιθεατρικά χτισμένο, δημιουργούσε τέλεια ηχητική.
         «Ω Αγγελούδω, ξύπνησαν τα παιδιά;», ακούγαμε τη θειάκω Λόλα απ' το δίπλα μαχαλά.
         «Ξύπνησαν, μωρ' συμπεθέρα».
         «Αυγά έχεις; Θέλεις;»
         «Έχω, έχω».
         «Καλά, στείλ' τα μου κατόπι».
         Άρχιζε το πανηγύρι. Τρεχαλητά με τ' άλλα παιδιά, επισκέψεις στις θείες, βόλτες στους κήπους του Μαμά, στ' αμπέλια της Φέρας, στην Αϊ-Παρασκευή. Άρχιζαν δειλά να κοκκινίζουν οι πρώτες κουτσουπιές.
* Τα τριαντάφυλλα, πυκνόφυλλα και μοσχομυριστά, ροζ άσπρα, ήταν παντού. Στις αυλές και στους φράχτες. Σου έσπαιναν* τη μύτη.
         Από την Ανάσταση θυμάμαι κάπως τις στρακαστρούκες, που τις πιέζαμε με τις σόλες. Ακόμα κι εκείνη την ώρα του πανδαιμόνιου εγώ είχα το μυαλό μου στ' αστέρια του ορίζοντα, πάνω απ' τον απαγορευμένο τόπο.
         Την άλλη μέρα, όλο το χωριό ανέβαινε στην κορυφή του διπλανού βουνόπλου, που ήταν το φυλάκιο Γκελίλι, για επίσκεψη στους στρατιώτες. Τους πηγαίναμε αυγά, κουλούρια κι εκείνοι μας έδιναν γαλέτες.
         Χαρούμενα, απλά παιδιά, μας άφηναν να δούμε και με τα κιάλια μέσα στο Αλβανικό. Φέρναμε κοντά μας εικόνες από ανθρώπους, κυρίως γυναίκες να σκάβουν εν σειρά ή να κάνουν άλλες δουλειές, πάντα σε ομάδες. Είχαν κατασκευάσει και μια τεχνητή λίμνη για την άρδευση. Παρ' όλο που με τα κιάλια είχα απτό το αντικείμενο της περιέργειάς μου, η έλξη και το μυστήριο βάθαιναν.
         Άκουγα ιστορίες τα κατοπινά χρόνια για κατασκόπους, που χαμογελώντας χαιρέταγαν από απόσταση τις γυναίκες στ' αμπέλια. Αυτές ανατρόμαζαν κι αυτουνούς τους κατάπιναν τα λόγγα.
* Το πέρασμα αυτών των μυστήριων ανθρώπων το 'χω επίσης συνδέσει με το ψυχρό αεράκι που μας υποδεχόταν στη Θελεσουριά.
         Όταν αναχωρούσαμε, χαράματα, για την Ηγουμενίτσα ήταν για μας Μεγάλη Παρασκευή. Πονούσαμε και τα τρία, λες και μας ξερίζωναν. Η αδερφή μου με κλάματα και φωνές, «γιαγιά μουουου», ξύπναγε το χωριό. Εγώ βαστιόμουνα και έκλαιγα κρυφά, με τρόπο αξιοπρεπή, και για να το πετύχω αυτό σφιγγόμουνα και βλοσύρευα.
* Δε θέλαμε, αρνιόμασταν ν' αποχωριστούμε τη γιαγιά Αγγελούδω, το χωριό. Και πού να πηγαίναμε; Στο βασανιστήριο της τότε -και τώρα- εκπαιδεύσεως.
         Μόλις πήγα στο Γυμνάσιο, βαθμιαία -κι απ' το Λύκειο μόνιμα πλέον- πάει το χωριό και η γιαγιά. Δεν πάταγα το πόδι μου. Σινεμάς, ξένη μουσική, ερωτικά σκιρτήματα, κατόπι σπουδές εν Αθήναις -άλλη θλιβερή ιστορία αυτή-, μέχρι τα τριάντα μου δεν είχα καμιά ψυχική σχέση κι επαφή.
         Μεγάλος ήμουν -τι μεγάλος, άντρας γκοτζάμ γαϊδούρι- όταν μας έστειλε η γιαγιά μου μήνυμα, έναν πικρό Απρίλη, να πάμε να περάσουμε το Πάσχα μαζί της. Δεν πήγα. Μετά από λίγο πέθανε. Δε θυμάμαι να μου στοίχισε. Ούτε στην κηδεία της πήγα. Με είχε καταλάβει εξολοκλήρου ο εαυτός μου.
         Πέρσι πήγα στο χωριό μου, μετά τη Λαμπρή, για ολιγόωρη επίσκεψη. Το πατρικό μου χορταριασμένο, ετοιμόρροπο. Ο κηπάκος του πνιγμένος στην άγρια βλάστηση.
         Τζαρκάλευα
* στην αγαπημένη κάμαρη των παιδικών μου χρόνων και κάπου βρήκα την αστυνομική ταυτότητα της γιαγιάς μου. Ολοκαίνουρια. Απ' τη μικρή φωτογραφία με κοιτούσε πάλι μ' εκείνη την αγάπη της, που μας έθρεψε και μας εφοδίασε για μια ολόκληρη ζωή.
         Το χωριό περίπου έρημο. Ούτε γομάρια άκουσα ούτε φωνές από γυναίκες και παιδιά. Πήγα στο μαγαζάκι του άλλου μου θείου, του Μήτση Έξαρχου. Κάποια στιγμή, δυο φαντάροι με πλήρη πολεμική εξάρτυση έφεραν δυο Αλβανούς αιχμαλώτους. Ξέπνοοι
* όλοι. Ένας φαντάρος -Αθηναίος, όπως έμαθα μετά- έβριζε τον κωλότοπο, τους κωλοαλβανούς. Έκατσαν στον πάγκο και ο θείος μου τους κέρασε αμέσως λουκούμια.
         Οι Αλβανοί τα έφαγαν λαιμαχτικά
* και λερώθηκαν μεριές μεριές απ' τη σκόνη. Καίτοι* είχαν κακό χάλι απ' την ταλαιπωρία, τινάχτηκαν και καθαρίστηκαν με επιμέλεια.
Σ. Δημητρίου, Η φλέβα του λαιμού, Πατάκης


Κωνσταντίνος Παρθένης, Τοπίο

* κογκέλες: στροφές * κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές: λουλούδια, θάμνοι και βλάστηση της περιοχής *μούσγκωμα: σούρουπο * καβαλίνες: περιττώματα, κυρίως αλόγου ή άλλου υποζυγίου * αίγες: κατσίκες *μπλατσαριό: αποθήκη * γομάρια: γαϊδούρια * βετούλια: μικρά τραγιά * κουτσουπιές: χαρουπιές * έσπαιναν: έσπαγαν (μεταφορικά) * λόγγα: θαμνώδη δάση * βλοσύρευα: κατσούφιαζα * τζαρκάλευα: έψαχνα * ξέπνοοι: κουρασμένοι, εξαντλημένοι * λαιμαχτικά: με λαιμαργία * καίτοι: αν και, μολονότι



Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Η Ομοσπονδία Μουργκάνας βράβευσε τη συγχωριανή μας κα Ρούλα Μούτσου-Χίνου


Η Ομοσπονδία Αποδήμων Μουργκάνας στο πλαίσιο των τριήμερων εκδηλώσεών της για τον ερχομό της Άνοιξης βράβευσε την Γλουστινή δασκάλα κα Σωτηρία Μούτσου-Χίνου για την πολυετή και πολυσχιδή προσφορά της στην Ομοσπονδία, αποδεικνύοντας πως δεν θα πρέπει να φεύγει κάποιος από κοντά μας για να τιμάται όπως του πρέπει για τη βοήθεια και την προσφορά του στα γράμματα, στη λαϊκή μας παράδοση, στον πολιτισμό και την ιστορία του τόπου μας.
Συγχαρητήρια στο Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Μουργκάνας γι' αυτή τους την πρωτοβουλία κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στην άοκνη συγχωριανή μας, τη Ρούλα όπως την ξέρουμε όλοι, για όσα πρόσφερε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας όλα αυτά τα χρόνια.
Πουλίζος Χριστόφορος
____________

Η Ομοσπονδία Αποδήμων Μουργκάνας υποδέχθηκε την Άνοιξη, 
με ένα τριήμερο εκδηλώσεων το Παρασκευοσαββατοκύριακο 21 μέχρι 23 Μαρτίου 2014.

... Οι τριήμερες εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν την Κυριακή 23 Μαρτίου 2014, με ξεκίνημα από τις 11.00' το πρωί και με πανηγυρικό χαρακτήρα που περιλάμβανε διασκέδαση και ένα γνήσιο ηπειρώτικο γλέντι.

Η ημέρα ξεκίνησε με την βράβευση της καταξιωμένης χοροδιδασκάλισσας, για πολλά χρόνια ψυχή της Ομοσπονδίας, που υπηρέτησε από πολλές θέσεις, Ρούλας Χίνου, για την προσφορά της και για την διαρκή προσπάθεια διατήρησης της ηπειρώτικης παράδοσης.


Ακολούθησε χαιρετισμός από τον Αντιπρόεδρο της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος Κώστα Κωνή, που τόνισε την αξία τέτοιων πρωτοβουλιών, ως και το πόσο σημαντική είναι η προσφορά της Ομοσπονδίας Μουργκάνας στην Ηπειρώτικη αποδημία.

Κατόπιν η Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ζωή Ντρούγκα, προέβει με αναφορές στον απολογισμό και τα συμπεράσματα του τριημέρου.

Το χορευτικό τμήμα της Ομοσπονδίας απέδωσε, με τη συνοδεία ηπειρώτικης παραδοσιακής κομπανίας, χορούς από την περιοχή της Μουργκάνας, της Παραμυθιάς και της Θεσπρωτίας εν γένει, καταχειροκροτούμενο από τους παρευρισκόμενους.

Το τριήμερο έκλεισε με ηπειρώτικο πανηγύρι, που διήρκησε μέχρι τις βραδυνές ώρες, όπου χόρεψαν όλοι με την ψυχή τους. Προσφέρθηκαν ηπειρώτικα εδέσματα και ηπειρώτικες πίτες, που έψησαν οι γυναίκες μέλη της Ομοσπονδίας και έρρευσε άφθονο τσίπουρο, παρασκευασμένο σε χωριό της Μουργκάνας....




____________________


Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Ομοσπονδία Αποδήμων Μουργκάνας: «Πλήρης η εγκατάλειψη της Μουργκάνας από συνοριοφύλαξη»

Δελτίο Τύπου
[που μας έστειλε ο κ. Κων/νος Κωνής, Β΄ αντιπρόεδρος της ΠΣΕ]


Πρωτοφανή συμμετοχή από εκπροσώπους φορέων και οργανώσεων, αλλά και απλού κόσμου είχε η δεύτερη μέρα των εκδηλώσεων της Ομοσπονδίας μας, που ως κύριο αντικείμενο ήταν το θέμα της μη επαρκούς φύλαξης των συνόρων το οποίο με επιχειρήματα, με νομική τεκμηρίωση αλλά και με γλαφυρό λόγο ανέπτυξε ο Πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Γιώργος Οικονόμου ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε: ότι τα τελευταία χρόνια η έξαρση της εγκληματικότητας και της παραβατικότητας, αλλά και ο φόβος που εκπέμπει το έγκλημα, είναι ένα από τα μεγαλύτερα βιούμενα προβλήματα της Ελληνικής Κοινωνίας.
 Από αυτό το υπαρκτό πρόβλημα δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί η ιδιαίτερη πατρίδα μας και κυρίως η τρείς ακριτικές επαρχίες Φιλιατών, Πωγωνίου και Κόνιτσας όπου με ένταση παρατηρείται το φαινόμενο.
 Η εντεινόμενη φτώχεια, η ανεργία, η οικονομική εξαθλίωση των πλατειών λαϊκών μαζών, η ανεργία, η πλήρης ανατροπή καθημερινά των κοινωνικών δομών ως αποτέλεσμα των ακολουθούμενων αντιλαϊκών πολιτικών, είναι και αυτά που συντελούν στην ανάπτυξη της εγκληματικότητας.

 Αναφέρθηκε στη συνέχεια στην απουσία του Κράτους λέγοντας ότι, αντί η πολιτεία να έχει 520 συνοριοφύλακες, 30 περιπολικά και 16 θερμικές κάμερες στις τρείς ακριτικές μας επαρχίες που είναι απολύτως απαραίτητα και αναγκαία για την επαρκή φύλαξη της επιμεθορίου, εξ αυτών σήμερα υπάρχουν οι μισοί περίπου συνοριοφύλακες, 16 παμπάλαια περιπολικά και δύο θερμικές κάμερες. 110 συνοριοφύλακες έχουν αποσπαστεί στον Έβρο όπου έχουν μεταφερθεί και 14 θερμικές κάμερες. Η πολιτεία όμως διαθέτει αστυνομικούς που φυλάνε εκδότες, δημοσιογράφους , πρώην πολιτικούς, μεγιστάνες του πλούτου με λεφτά του φορολογούμενου λαού.

Το Δ.Σ της Πανηπειρωτικής έχει ασχοληθεί πολλές φορές με το θέμα, σήμερα βρισκόμαστε σε άριστη και συνεχή συνεργασία με τους Δημάρχους Φιλιατών, Πωγωνίου και Κόνιτσας, αλλά και με τις Ομοσπονδίες μας, έχει βγεί 11μελής επιτροπή για τον καλύτερο συντονισμό και έχουμε συναποφασίσει με όλους τους παραπάνω να απαιτήσουμε από την πολιτεία αρχικά με συνέντευξη τύπου.
Όλοι οι Φορείς ζητούμε: Να υπάρξει επαρκής φύλαξη των συνόρων με πλήρη εφαρμογή του οργανογράμματος, με διασφάλιση επάρκειας των αναγκαίων μέσων (οχήματα, όπλα, θερμικές κάμερες, διόπτρες, εκπαιδευμένοι σκύλοι για όπλα και ναρκωτικά). Απορρίπτουμε τους ωμούς εκβιασμούς για δημιουργία κέντρων παράνομων μεταναστών που δεν δίνουν λύση αλλά επιτείνουν το πρόβλημα. Να επιστρέψουν άμεσα οι συνοριοφύλακες και οι 14 θερμικές κάμερες από τον Έβρο. Να επανασυσταθούν τα στρατιωτικά φυλάκια σε όλη την παραμεθόριο περιοχή. Θα απευθυνθούμε προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και αν δεν δώσει λύση θα προχωρήσουμε όλοι μαζί σε πιο δυναμικές κινητοποιήσεις, κατέληξε ο Πρόεδρος.

 Μετά τον Πρόεδρο της Πανηπειρωτικής το λόγο πήρε ο εκπρόσωπος του Υπουργείου κ. Καραΐσκος ο οποίος αναφέρθηκε κυρίως στα θέματα της παράνομης μετανάστευσης και στην πληροφόρηση από την υπηρεσία του ότι η εγκληματικότητα στην Ήπειρο έχει μειωθεί.

Ακολούθησαν τοποθετήσεις πολλών παρισταμένων που όλοι ήταν καταπέλτες καυτηριάζοντας την αδιαφορία της Κυβέρνησης ιδιαίτερα στο θέμα της διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών στην περιοχή.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Η Πρόεδρος                                 Η Γεν.Γραμματέας
Ζωή Ντρούκα                                   Εύη Μάχου


Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Η Ομοσπονδία Μουργκάνας υποδέχεται την Άνοιξη...

Η Ομοσπονδία Μουργκάνας υποδέχεται την άνοιξη 
με ένα τριήμερο εκδηλώσεων  
 - Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21, 22 & 23 Μαρτίου -
στις αίθουσές της...και σας περιμένει!!!









Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Καλαμάς, μια ετυμολογική προσπάθεια... από τον Μιχάλη Πασιάκο!

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Μιχάλη Πασιάκου: http://kalamas.blogspot.gr/

Στο δρόμο προς τη Γκούμανη...
Αναρτήθηκε από Μιχάλης Γ.Πασιάκος
►Καλαμάς, ο. Το μεγαλύτερο ποτάμι της Θεσπρωτίας (ο αρχαίος Θύαμις[1]) που πηγάζει από το Καλπάκι του νομού Ιωαννίνων. Το τοπωνύμιο συναντάται για πρώτη φορά σε πορτολάνο που γράφτηκε στην Πίζα στα μέσα του 12ου αιώνα, ως flumen (ποταμός) Calama δίπλα στο portum Gomitisso (λιμάνι της Ηγουμενίτσας)[2].
Ο Φ. Πουκεβίλ υποστηρίζει ότι το όνομα Καλαμάς προέρχεται από το Θύαμις «…Από το όνομα επίσης Θύαμις οι Ηπειρώτες προφέρουν Θύαμας ή Κύαμας, από το οποίο προήλθε το Καλαμάς…» αμφισβητώντας τη θεωρία των καλαμιών «…δεν έχω δει ποτέ καλάμια στην κοίτη του…»[3].
Ο Π. Αραβαντινός αντίθετα γράφει: «…Ο ποταμός ούτος…εκ των αφθόνων καλάμων, των εις τας πηγάς του φυομένων εκλήθη Καλαμάς…»[4]
Η άποψη αυτή του Αραβαντινού επικρατεί ως σήμερα, ότι η ονομασία δηλ. Καλαμάς η οποία αντικατέστησε το αρχαίο όνομα του ποταμού Θύαμις, οφείλεται στους καλαμιώνες που υπάρχουν στις πηγές του. «…καλείται Καλαμάς, ως εκ των πολλών εις τας πηγάς του φυομένων καλάμων…»[5], "...η Καλαμίνη, (ηπειρωτική πόλις αναφερομένη υπό του Γεωγράφου Στράβωνος) εξ ης βεβαίως και ο Καλαμάς (Θύαμις), ώφειλε την ονομασίαν της εις τα παρά τας εκβολάς του ποταμού άφθονα 'Καλάμια'..."[6] «Η ονομασία είναι νεωτέρα οφειλομένη στους καλαμιώνες που αφθονούσαν τόσον στις πηγές όσον και στις εκβολές»[7]
Ο Γ. Μπαμπινιώτης[8] ετυμολογεί "...Καλαμάς < κάλαμος, ον. φυτού, εξού και το όνομα της αρχαίας πόλεως Καλαμαί..."
Ο Χ. Συμεωνίδης στα επιθήματα των νεοελληνικών τοπωνυμίων αναφέρεται στον Καλαμά (Θύαμις) < καλάμι.[9] Ο Γ. Τσουγιόπουλος γράφει: «…Εις τας εκβολάς του Θυάμιδος (Καλαμά) υπήρχεν μια πόλις Καλαμίνη. Ο Καλαμάς κατ’ εκείνην την εποχήν είχεν τας εκβολάς του εις το σημερινόν Δρέπανον, πλησιέστατα εις την “Λυγιά” όπου κείνται τα ερείπια…Άραγε εκ του ονόματος της πόλεως ωνομάσθη ο ποταμός Καλαμάς ή εκ του Καλαμά ωνομάσθη η πόλις Καλαμίνη; Μάλλον το δεύτερον…»[10] Τέλος ο Γ. Κολιούσης ετυμολογώντας από το αρχαίο κάλαμος, δίνει και τη δυνατότητα να προέρχεται η ονομασία από το αλβανικό kallam = κάλαμος.[11] Η άποψη που θέλει τον Καλαμά να προέρχεται από τα καλάμια (τα οποία μόνο στις πηγές του ψηλά στο Καλπάκι δικαιολογούν την ονομασία) δεν δικαιολογείται πλήρως. Αν ο Καλαμάς είχε αυτή τη ρίζα πιό λογικό θα ήταν να ονομαστεί Καλαμιάς (πρβλ. οικισμό Καλαμιάς στην Πελοπόννησο, Α. της Πάτρας και οικισμό Καλαμιάρης στη Λέσβο.[12])
Αν λάβουμε ακόμα υπ’ όψη ότι γύρω από το βασικό κορμό του Καλαμά υπάρχουν σημαντικά σημεία που οι ονομασίες τους οφείλονται στους Σλάβους: Γκλάβα (glava “κεφαλή” οι μεγάλες πηγές στο Ωραιόκαστρο και τη Λευκοθέα) Γορμός παραπόταμος του Καλαμά, (gor βουνό, αυτός που έρχεται μέσα από το βουνό) Λαψίστα, αποξηραμένη σήμερα λίμνη και περιοχή απ’ όπου περνάει η σήραγγα που ενώνει τη Λίμνη Παμβώτιδα με τον Καλαμά (λαψ σημαίνει καλάμι και η παραγωγική κατάληξη –ιστα που σημαίνει τον τόπο[13]), Ζαραβίνα, λίμνη η οποία απορρέει στον Καλαμά (από το σλαβικό Zarovъno πίσω από το χαντάκι, αυλάκι)[14] Βελά, ονομασία της περιοχής, όπου βρίσκεται το ομώνυμο μοναστήρι (ως βάση του -κυριώνυμου ή όχι- τοπνύμιου βρίσκεται η βουλγαρική λέξη bela –αρχαία βουλγαρικά, σλαβικά Bĕlъ- λευκός, με απόδοση του σλαβικού ĕ > ελληνικά ε)[15] Βελτσίστα (χωριό) και Βελτσίστικος παραπόταμος του Καλαμά (το τοπωνύμιο πρέπει να θεωρηθεί ζωώνυμο και να αποδοθεί στο σλαβικό vlъkъ, o λύκος, με την προσθήκη της πληθυντικής κατάληξης –išta με μετάθεση του l (vъlkъ), απόδοση στην ελληνική του σλαβικού ъl με [el] και τροπή του υπερωικού [k] σε [ts] ή [tš]πριν από [l] [16]). Σμολίτσα παραπόταμος του Καλαμά («…σμολ σημαίνει πίσσα CMOL/A …και Σμολίτσα, με υποκορ. κατάλ. –ίτσα, ποταμάκι που παραρρέει τη γνωστή πετρελαιοφόρο περιοχή του χωριού Δραγοψά [όπου] παρατηρεί και σήμερα ο προσεκτικός επισκέπτης, και ιδίως στη διάρκεια του χειμώνα, κομμάτια πίσσας να επιπλέουν στα νερά του και ίχνη πετρελαίου να λαμπυρίζουν στην επιφάνειά τους…[17]Το τοπωνύνιο προέρχεται από το σλαβικό smola "το ρετσίνι// η πίσα"[18], πρβ. βουλγ. τοπων. Smolnica[19]) Λαγγάβιτσα[20] παραπόταμος του Καλαμά (σύμφωνα με τον Vasmer[21] προέρχεται από το παλαιοσλαβικό Lọgovica από το lọgъ λιβάδι, βάλτος, επίπεδη χαμηλή περιοχή με μικρό δάσος) Ζαλογγίτικος, παραπόταμος του Καλαμά (κατά τον Vasmer το τοπωνύμιο σχηματίζεται από ένα βασικό τύπο Zalogъ που προέρχεται από τη σλαβική πρόθεση za πίσω και το σλαβικό ουσιαστικό logъ το άλσος, ο παρόχθιος θάμνος, το λιβάδι, ο καλαμώνας, το τέλμα[22]), Τύρια παραπόταμος του Καλαμά, αλλά και ονομασία ξεροπόταμου του παραπόταμου Λαγγάβιτσα -Τίργια- (το τοπωνύμιο πρέπει να θεωρηθεί ζωώνυμο και να αποδοθεί στο σλαβικό ουσιαστικό turь, ο ταύρος, ο άγριος ταύρος, ο βόνασος, και τη θηλυκή επιθετική κτητική κατάληξη –jь / -jъ[23]), Κοσοβίτικος, παραπόταμος του Καλαμά (το τοπωνύμιο σχηματίζεται από το σλαβικό επιθετικό τύπο Kosovo τότε θα πρέπει ακολουθώντας το παράδειγμα του ποταμού Βοϊδομάτη (που δεν είναι το μάτι του βοδιού, αλλά voda-mat η μάνα του νερού) να αναζητήσουμε και τον κεντρικό κορμό του ποταμού, τον Καλαμά, στη σλαβική γλώσσα.
Σύμφωνα με τον Ευάγγελο Πριώνη ο Καλαμάς προέρχεται από τη σλάβικη λέξη kaл που σημαίνει πηλός[29] και τη λέξη mat μάνα[30], kaлъmat η μάνα του πηλού, το ποτάμι που κατεβάζει πηλό, το λασπώδες[31]. Αν σκεφτούμε ότι στην αρχαιότητα υπήρχε κοντά στην περιοχή των εκβολών ο Πηλώδης λιμήν[32], στο μεσαίωνα (1361) ο Κακός Πηλός[33] κι ότι οι Τούρκοι ονόμασαν τη γενικότερη περιοχή Τσαμουριά-λασπουριά[34], τότε η άποψη ότι ο Καλαμάς χρωστάει το όνομά του στις πηλώδεις λάσπες που κουβαλάει δεν είναι απίθανη…[35]
[Πρβ. την ονομασία Καλαμάτα (αρχ. Καλάμαι). Χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Νέδοντος, μπορεί να έχει την ίδια σλαβική ρίζα με τον Καλαμά, αλλά η κατάληξη -ματ να μεταβλήθηκε από Αλβανούς σε -άτι και από Έλληνες σε -ατα κατά το Καλομάτα. Πρβ. επίσης οικισμό Καλαμάς στην Κρήτη, στο νομό Ρεθύμνης[36]).

[1] Σύμφωνα με τον Δάκαρη η ονομασία του ποταμού είναι προελληνικής καταγωγής: "...Όπως μαρτυρούν η μορφή και ο σχηματισμός αρκετών εθνικών και τοπωνυμίων της Ηπείρου, όπως Θ ύ α μ ι ς (πρβλ. και Θύαμος, νότια της Ηπείρου), Κελυδνός (ποταμός), Πίνδος, Άμυρον (όρος), Κίχυρος, πιθανόν Τόμαρος, Αλισός, Δωδώνη, Ωρωπός, Κασσωπός, Θόλουρος, Κόσσος, Τράμπυα, ένας λαός προελληνικός, ανατολικής καταγωγής, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο στην πρώτη εποχή του χαλκού, στον οποίο οφείλεται πιθανόν η λατρεία της θεάς Φύσεως στη Δωδώνη..." Δάκαρης, Θεσπρωτία, σ. 51.
[2] Patrick Gautier-Dalché , Carte Marine et portulan au XIIe siècle, Collection de l’ école Française de Rome στ. 1307-1308, 1995
[3] F. POUQUEVILLE, Ταξίδι στην Ελλάδα, Τα Ηπειρωτικά, Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα 2010 σ.70
[4] Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία ο.π., τ.2, σ.65.
[5] Κοκίδης, Οδοιπορικά, σ. 15.
[6] Γράμμα του καθηγητή Νικολάου Γ. Δόσιου προς τον μητροπολίτη Αθηναγόρα. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, αρ.17, 25-4-1931, σ.2.
[7] Αθανασίου Κίτσου ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΗ ΓΗ Αθήναι 1977, Βιβλιοθήκη Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών σελ. 15.
[8] Μπαμπινιώτης, Λεξικό, σ. 814.
[9] Συμεωνίδης, Λεξικό, σ. 99 και σ. 590 Καλαμάς ο ποταμός της Ηπείρου (στις όχθες του οποίου αφθονεί το καλάμι).
[10] Γ. Τσουγιόπουλος, Η Ηγουμενίτσα μας, εφ. Θεσπρωτικά Νέα αρ. 61, 1-6-1949 σ.1.
[11] Κολιούσης, Απάνθισμα, σ. 72.
[12] Σταματελάτος, Σταματελάτου, Λεξικό τ. Β΄ σ.9.
[13] Στέφανος Μπέτης, Ονοματολογία των χωριών νομού Ιωαννίνων, Έκδοση Ν.Α. Ιωαννίνων, Τ.Ε.Δ.Κ. Ιωαννίνων Γιάννινα 1996 σ.83.
[14] Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Nachdruck, Leipzig 1970, σ.34.
[15] Οικονόμου, Ζαγόρι, σ. 605.
[16] Οικονόμου, Οικωνύμια σ.52.
[17] Σ. Μπέτης, Ονοματολογία σ. 137.
[18] Οικονόμου, Ζαγόρι, σ. 701.
[19] Συμεωνίδης, Λεξικό, τ. B' σ. 1290.
[20] Να σημειωθεί εδώ ότι οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν στα ποτάμια τους ονόματα αρσενικά, ενώ οι Σλάβοι θηλυκά. Έτσι έχουμε ακόμα και σήμερα την Λαγγάβιτσα και από μερικούς και την Τύρια. Ακόμα σε παλιότερη εποχή φαίνεται ότι και ο Σμολίτσας ήταν θηλυκός: «…Έκαμε βροχι κρηα πολλά οπού ηφεραν τα ποτάμια νερο πολη και σέ τόσο ηφερε η σμόλιτζα…» από σημείωση στο Μηναίο Νοεμβρίου της μονής Παλιουρής (σε Μητροπολίτου Αθηναγόρα, Νέος Κουβαράς, εν Ιωαννίνοις 1929 σ. 30 –ανατ. από τα Ηπειρωτικά Χρονικά.) Άλλα θηλυκού γένους ποτάμια και παραπόταμοι στην ευρύτερη περιοχή είναι η Παύλα και οι παραπόταμοί της Λαχοβίτσα (Νίτσος, Μονογραφία, σ. 75) και Στέρα (Νίτσος σ.1).
[21] Vasmer, Slaven, σ.40
[22] Vasmer, Slaven, σ.33-34 και Κ. Οικονόμου, Οικωνύμια σ.112.
[23] Οικονόμου, Οικωνύμια σ.483.
[24] Οικονόμου, Οικωνύμια σ.146.
[25] Οικονόμου, Οικωνύμια σ.258.
[26] Vasmer, Slaven, σελ. 143, Οικονόμου, Οικωνύμια, σανιδογέφυρα (σε έλος), γέφυρα σ. 203
[27] Vasmer, Slaven, σ.51.
[28] Vasmer, Slaven, σ.29.
[29] Οικονόμου, Ζαγόρι, σ. 884 kalъ, πηλός, Οικονόμου, Σλάβικα, σ. 50, Kalъ, λάσπη, ιλύς, Συμεωνίδης, Λεξικό σ. 104, Kalъ βόρβορος, λάσπη.
[30] Το mat εδώ, θα μπορούσε να είναι και το σλαβικό *matъ “πηγή” (Συμεωνίδης, Λεξικό, σ. 887) δηλαδή πηγή του πηλού, της λάσπης.
[31] Πολλά ποτάμια που κατεβάζουν λάσπες, πήραν από την αρχαιότητα ονόματα όπως "Μαύρος" , "Σκοτεινός" "Βρόμικος" κλπ. Ο ίδιος ο Αχέρων, μετονομάστηκε σε Μαυροπόταμος, ο ποταμός Βαρδάρης είναι Παιονική/Ιλλυρική λέξη και σημαίνει «μαύρος»/«βρόμικος» ποταμός, όπως και το θρακικό ανάλογό του «Αξιός» που περιέχει την Θρακο-Ιρανική ρίζα *n.-ksei = «όχι φωτεινός» δηλαδή «μαύρος».
[32] «…Βουθρωτὸν κόλπος με δ λη γ Πηλώδης λιμήν μ λη γ Θύαμις άκρα Αλμίνης μ λη Θυάμιος ποταμού εκβολαί μ δ λη ιβ…» Πτολεμαίου, Γεωγραφική υφήγησις, Βιβλίο τρίτο. Ακόμα και η αρχαία πόλη των Τιτάνων μπορεί να οφείλει την ονομασία της στην παλαιότατη ρίζα της λέξης τίτανος -γύψος. Στα ακκαδικά tidu σημαίνει πηλός (εβραϊκά tit).
[33] «…τον στύλον του ερημίτου [το σημερινό ακρωτήριο Στύλος στα ελληνοαλβανικά σύνορα] τον Πρινέα [;] συν του Κακού Πηλού και της Ηγουμενίτζας…» Αραβαντινός, Χρονογραφία, τ. Β', σελ. 313.
[34] «…η Τσιαμουργιά έχει ηχητικώς πάντοτε σχέσιν με την Τουρκικήν λέξιν τσιαμούρ την υπενθυμίζουσαν τον ηθικόν πηλόν και βόρβορον της Τουρκικής κακοδιοικήσεως…» Ν. Νίτσος, εφ. Θεσπρωτία, 18-3-1936, φ, 275, σ. 4.
[35] Μια σειρά από τοπωνύμια ίσως έχουν διαφορετική ρίζα απ’ ότι έχουν ετυμολογηθεί ως τώρα μια και η παρετυμολογική σύνδεση με το καλάμι είναι ισχυρή. Έτσι, ενώ το διαδεδομένο Καλέντζι παράγεται από το σλαβικό Kalenьcь, μικρός λασπότοπος < παλαιοσλαβικά kalъ πηλός, λάσπη (Vasmer, Slaven, σ. 111) άλλα τοπωνύμια που έχουν ως ρίζα το Καλα- παρότι βρίσκονται «σε βαθύ ρέμα», «σε κοντινό ποταμό» «δεν πρέπει να έχουν σχέση με το νοτιοσλαβικό τόπος με πηλό, λάσπη» Συμεωνίδης, Λεξικό, σ. 594-5.
[36] Σταματελάτος, Σταματελάτου, Λεξικό, τ. Β΄σ. 8.


Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Έθιμα της αποκριάς στη Ραβενή! (και στα χωριά της Μουργκάνας)


Για να θυμηθούμε οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουνε οι μικρότεροι!!!

 Πλησιάζοντας οι μέρες για την Καθαρά Δευτέρα, αναπολώ το χωριό μας κι όσα συνηθίζαμε να κάνουμε κείνες τις μέρες σαν παιδάκια...

Την Κυριακή της Τυρινής το πρωί εκκλησιαζόμασταν και κοινωνάγαμε.'Υστερα πηγαίναμε και ζητάγαμε συγνώμη απ' τους γονείς, τον πάππου, τη βάβω, τον νούνο, τη νούνα και απ' τη μανίτσα που μας ξεγέννησε, με τη φράση: ''σχώρα με''.

Με θυμάμαι σαν τώρα, παιδάκι, με τρόμο να λέω στον πάππου μου -Γιώργο Τζαβόπουλο- ''σχώρα με'' κι εκείνος με βρόντο ν' απαντά ''σχωρεμένη!''. Η βάβω μου η Χρυσούλα έλεγε ''Ο Θεός να μας σχωρέσ'''. Η νούνα απαντούσε ''την ευκή μου, την ευκή μου, να γένετε σαν τα ψηλά βουνά'' κι η μάνα μας -Καλλιόπη Γκόγκου- έλεγε ''την ευκή μου, μέσα απ'την ψυχή μου''.
Αυτό το έθιμο όπως κατάλαβα μεγαλώνοντας ξεκινάει απ' τη συγχωρητική ευχή που διαβάζεται στις εκκλησιές μας ακόμα, κάθε Κυριακή της Τυρινής, δίνοντας ένα παράδειγμα καλοσύνης και ανθρωπιάς προς τον διπλανό μας.

Στο σπίτι κείνη τη μέρα παίζαμε και το χάψα και συμμετειχε όλη η φαμίλια. Τη νύχτα ακολουθούσαν οι μπράτζες. Τρείς τις θυμάμαι. Πηδούσαν οι άντρες μαζί με τα ''παιδιά''. Οι υπόλοιποι χορεύαμε και τραγουδάγαμε..


Κι όπως δε λείπει ο Μάρτης απ τη Σαρακοστή, έτσι δε λείπαν και τα ''μαρτίτσια'' απ' τα χέρια μας που μας τα 'φτιαχνε η μάνα με τις κλωστές απ' τις βελέντζες. Τα φοράγαμαν για να ''μη μας κάψει ο Μάρτης'' κι όταν βλέπαμε το πρώτο χελιδόνι τ' αφήναμε πάνω στα πουρνάρια να τα πάρουν τα χελιδόνια και να χτίσουν τις φωλιές τους..''


Αχ! Ραβενή μου όμορφη
με τις παραλλαγές σου
που με κρατούν αιχμάλωτη
οι τόσες όμορφιές σου.


Υ.Γ.'Ενα μεγάλο μπράβο για την προσπάθεια που γίνεται να βρισκόμαστε κάθε χρόνο και να ζούμε τα έθιμά μας και κυρίως μπράβο που συμμετέχουν σε αυτό τα νιάτα του χωριού μας. Να 'στε καλά παιδιά μου, καλή Αποκριά και ευλογημένη Σαρακοστή. ''Σχωρέστε με''.
Πολυξένη Γκόγκου Παπακωνσταντίνου

Δημοσιεύτηκε στην ομάδα της Ραβενής στο facebook από την βίλλυ Παπακωνσταντίνου





«Ξύυυλα για τσι μπράτζες! Παλούουουκια από τσι χράφτες!»
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗ ΡΑΒΕΝΗ


Εκεί στο μισοχώρι κάναμαν και τσι «μπράτζες» τσ’ απόκριες.
Τα παιδιά μαζεύαμαν ξύλα απ’ όλο το χωριό από μέρες, όσο να γιομίσει ο πλάτωνας ως τη γκριμπότα. Πάντα τα μαζεύαμαν, λέγαμαν κι ένα τραγούδι, σα να φοβερίζαμαν:

«Ξύυυλα για τσι μπράτζες! Παλούουουκια από τσι χράφτες!»

Άχαε ο τόπος από τσι φωνές. Καμπόσες γυναίκες μας ήλεγαν μοναχές τους: «Διαβείτε κι από δω μωρέ σκασμένα να πάρετε τούταγια τα κλαρούδια!». Καμπόσες μας έδιναν καμιά τσιέτα, ούτε ζαλίκι καλά, καλά, όσο για να μας περγελάσουνε. Κόταγαν να μη δώκουν; Ήξεραν τη νύχτα τι θα τσι βρει. Ταχιά, πάντα σκόλαγαν τα ξύλα, μας έστελναν οι μεγάλοι να πάμε να κλέψωμε απ’ τσι θημωνιές.

Όποιος δεν είχε δώκει απ’ τη μέρα, την πλήρωνε τη νύφη πρώτος. Όλα τα πουρνάρια που είχε για το φούρο κι όλη τη θημωνιά μπορεί να σκώναμαν, χέρι με χέρι, άμα δε μας έπαιραν χαμπέρι! Μπροστά στην Εκκλησιά έκαναν οι μεγάλοι τη φωτιά τότες. Έφτανε η μπράτζα τα μεσουράνια. Γιόμιζε ο τόπος πιτσιλήθρες όταν έριναν καμιά κλάρα από πουρνάρι. Το καρβούνισμα πάαινε οριό. Άμα τήραγες σε καθρέφτη, σκιάζοσουν μαναχός σου. Εμείς τα παιδιά ντυνόμασταν κάμποσα με τίποτε ρουτιά, και μπουλώναμαν και τα μούτρα με κανα μαντίλι λάγιο από τσι βάβες. Άλλοι έφκιαναν προσωπίδες από χαρτόνια και μας έσκιαζαν.

Παντα νύχτωνε, αρχίναγαν οι μεγάλοι και τα αποκριγιάτικα τα παιγνίδια. Το Βαλμά, την καβαλτσούρα, το κατσικάρι, το βελόνι, το ντμπρου… Και κατόπι αρχίναγαν τα τραγούδια τσ’ απόκριγιας: το «ντάφκαρος και μαγκαβέλος», «μπροστινός όπου χορεύει», «τ’ Άγιο Γιάννη γιόρταζα», «μια γριγιά μονοδοντού» και άλλα. Χόρευαν και τον Ντελή παπά, με τον παππου Γιάννη - τον πάππου μου - μπροστά, και τραγούδαγαν με το στόμα. Χόρευαν και το «μωρέ Γιάννη Μπουκουβάλα» και τραγούδαγαν. Καμιά βολά ήφερνε το γραμμόφωνο ο μπαρμπα Βασίλης, και χόρευαν και με ταύτον.

Εμείς τα παιδιά δε λαρώναμαν! Ασιγούρευτα, πέρα, δώθε. Πααίναμαν πίσω από τσι πάππουδες που π'ρώνονταν στη στια, και ρίναμαν μέσα γκελέδες με κατούρι και κατσικάρια, κι έκαναν «Μπαμ!» και έβγαζαν τα δαυλιά όξω. Καίουνταν τα ταλαγάνια και οι βράκες, και τα φουστάνια των γυναικώνε, από τα καρβούνια που πετάουνταν. Πάαινε ο σκουσμός από τσι γυναίκες οριό. Μας έπαιραν κυνήγι απάνω τα σοκάκια κατόπι, με τα σκόπια και με τα λιθάρια, αλλά πού να μας πιάκουν. Χανόμασταν μεσ’ τα τζάτια, όσο που να ματά ‘ρθομε πάλε για ζουλούμια. Τσι τσιούπρες όλες τσι κάναμαν γκαμπράνι από τα καρβουνίσματα. Όλος ο κόσμος άντενε με τε μας, κατσιαούνια μας ήλεγαν!Καμπόσοι μεγάλοι κάθουνταν στην προύσια ως το πουρνό, που διάβαινε ο κόσμος για την Εκκλησιά. Γένονταν και άργανο απ’ τα ούζα καμπόσοι, γι αυτό.

(Απόσπασμα από το κείμενο "Η εποχή του πλαστικού" του παπα-Γιώργη μας)


Καλές απόκριες και καλή Σαρακοστή σε όλους!

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

23 Φεβρουαρίου 2014 - Η Παραμυθιά γιορτάζει 101 χρόνια ελευθερίας!



Ελεύθερη η Παραμυθιά, ελεύθερη η πόλη,
Ηπίτης μπαίνει στα στενά κι αναστενάζουν όλοι.
Κέρκυρα, Γιάννενα, βουνά κλαίνε-χαμογελάνε,
Χριστιανισμός - Παραμυθιά αιώνια κυλάνε!

-----------------------
 Ώρα 10:30, της 23ης Φεβρουαρίου 1913. 
Ο Αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Ηπίτης 
μπαίνει στην Παραμυθιά κι ελευθερώνει την πόλη...

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Τα Γιάννενα γιορτάζουν την 101η επέτειο της απελευθέρωσής τους!



21 Φεβρουαρίου 1913 - 21 Φεβρουαρίου 2014

100 και 1 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα!
Χρόνια Πολλά στα όμορφα Γιάννενά μας!

Γιάννενα, Ρωμιοσύνης κάστρο,
Γιάννενα, απ' αιώνες άστρο,
Γιάννενα, της Ελλάδας θρέμμα,
Γιάννενα, ζυμωμένα μ' αίμα,
Γιάννενα, της Δωδώνης σπέρμα,
Γιάννενα, στων βουνών το γέρμα,
Γιάννενα, του Δία σεργιάνι,
Γιάννενα, Μούσες σ' έχουν ράνει.
Γιάννενα...!

Γιάννενα, Βυζαντίου αστέρι,
Γιάννενα, της Τουρκιάς καρτέρι,
Γιάννενα, των βουνών καμάρι,
Γιάννενα, των νερών βλαστάρι,
Γιάννενα, του πασά κρυψώνα,
Γιάννενα, των Γραικών κορώνα,
Γιάννενα, δωρητών η γέννα,
Γιάννενα, ποιητών η πένα.
Γιάννενα...!


Γιάννενα, τάπια του σαράντα,
Γιάννενα, φλόγα ηρώων πάντα,
Γιάννενα, φασιστών το λάθος,
Γιάννενα, πανελλήνων πάθος,
Γιάννενα, γύρω γύρω χιόνια,
Γιάννενα, σε ξυπνούν αηδόνια,
Γιάννενα, σε φρουρούν κανόνια,
Γιάννενα, γοητεία αιώνια.
Γιάννενα...!

[Το ποίημα είναι από χειρόγραφες σημειώσεις 
της δασκάλας Σταυρούλας Ζηκοπούλου, με ημερομηνία Δεκέμβριος 1984]


Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Η πίτα του Ηπειρώτη την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014




Η «ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ» αφιερώνεται 
 στους ξενιτεμένους Ηπειρώτες σε όλο τον κόσμο 
Κυριακή 16 Φεβρουαρίου, 10 πμ, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας 

   Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας, ο κορυφαίος φορέας της Ηπειρώτικης Αποδημίας στον κόσμο, μας προσκαλεί στη μεγαλύτερη ετήσια εκδήλωσή του, 


την «ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ 2014»την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου, στις 10 π.μ.
στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

   Η «ΠΙΤΑ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ» είναι το μεγαλύτερο Ηπειρώτικο αντάμωμα στην Ελλάδα, η κορυφαία συνάντηση Αποδήμων κάθε χρόνο στην Αθήνα. Με τη συμμετοχή ογδόντα χορευτικών ομίλων με πάνω από δύο χιλιάδες χορευτές, πλήθους κομπανιών, χορωδίας και πολυφωνικών ομίλων, η εκδήλωση αποτελεί ένα πλουσιότατο γιορταστικό πολυθέαμα, μοναδικό στην εποχή μας. Οι Ηπειρώτες τολμούν και μπορούν να πέμπουν εγερτήρια μηνύματα και τεκμήρια συλλογικής έκφρασης, δημιουργίας και αγώνα, τόσο σημαντικά και απαραίτητα στους δύσκολους καιρούς μας.

   Οι απόδημοι Ηπειρώτες είναι μαθημένοι, γενιές τώρα, στο να κάνουν την αγωνία αγώνα κι αλληλεγγύη, το χώρια όλοι μαζί, τη φτώχια προκοπή. Σήμερα που όλα αυτά τα χρειαζόμαστε ακόμα περισσότερο, η Πανηπειρωτική αφιερώνει την «Πίτα του Ηπειρώτη» στους ξενιτεμένους Ηπειρώτες σε όλο τον κόσμο.


«Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη 
τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα ειν΄τα ξένα» 


  Οι Ηπειρώτες ανταμώνουν, αγωνίζονται και δημιουργούν με τον ανθό της Παράδοσης και της Νεολαίας. Στο ομορφότερο, στο μεγαλύτερο ηπειρώτικο αντάμωμα φέτος στην Αθήνα.
   
Ας είμαστε όλοι εκεί!


__________________________________

 σημ. : Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας εκτός από την πολιτιστική της δράση, αφήνει το αποτύπωμά της και στα κοινά, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές, που παίρνει δημόσια και δυναμική θέση θέση για διάφορα ζητήματα.
   Έτσι, αρνήθηκε την τηλεοπτική κάλυψη από τη ΔΤ της "ΠΙΤΑΣ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ 2014". Με αυτόν τον τρόπο, η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν αναγνωρίζει το παράνομο κυβερνητικό μόρφωμα και συνεχίζει να παρέχει στήριξη στον αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ για Δημοκρατία και Πολιτισμό. Στο πλαίσιο αυτό, θα προχωρήσει και στηβράβευση των αγωνιζόμενων εργαζομένων της ΕΡΑ Ιωαννίνων για το αγώνα που δίνουν με συνέπεια και σθένος για να παραμείνει ζωντανή η φωνή της ΕΡΑ στην Ήπειρο.

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Φωτογραφίες από την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της αδελφότητας Γλούστας

Μερικές όμορφες φωτογραφίες από την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της αδελφότητας Γλούστας στα γραφεία της Ομοσπονδίας Μουργκάνας, την Κυριακή 2 Φεβρρουαρίου 2014, και από το γλέντι που ακολούθησε στη συνέχεια!
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο πρόεδρος, ο ταμίας και μέλη του ΔΣ της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας, καθώς και πολλές Γλουστινές και Γλουστινοί αλλά και κοντοχωριανοί και φίλοι της Γλούστας.

Τις φωτογραφίες μάς έστειλε η συγχωριανή μας Αναστασία Στ. Μπλέτσα και την ευχαριστούμε πολύ!

Χρόνια Πολλά σε όλους και του χρόνου με υγεία!!!












































Και μερικές ακόμα φωτογραφίες που "έκλεψα" από τη σελίδα της στο  facebook,
της χωριανής μας κας Σωτηρίας Μούτσου-Χίνου,
που είναι πάντα η ψυχή της εκδήλωσης!